Κατα την διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης τις περισσότερες φορές προηγείται το στάδιο της διέγερσης των ωοθηκών κατα το οποίο παράγονται αρκετά ωάρια. Η ανάγκη να έχει ενα ζευγάρι αρκετά ωάρια στην διάθεση του προκύπτει από το δεδομένο όλα τα έμβρυα που δημιουργούνται από την ένωση ωαρίου και σπερματοζωαρίου συχνά έχουν διαφορετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και κρύβουν διαφορετική πιθανότητα εμφύτευσης. Η δυνατότητα μελέτης των εμβρύων κατα την διάρκεια παραμονής τους στο εργαστήριο και η επιλογή των καλύτερων για εμβρυομεταφορα μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την πρόγνωση που έχει ένα ζευγάρι για να επιτύχει εγκυμοσύνη.
Η πιο διαδεδομένη μέθοδος επιλογής εμβρύων μέχρι σήμερα στηρίζεται στην επιλογή με βάση την μορφολογία των εμβρύων. Παρόλο που η μέθοδος αυτή είναι διεθνώς αναγνωρισμένη, όχι σπάνια προβληματίζει τους κλινικούς εμβρυολόγους ανά τον κόσμο ως προς την ευαισθησία της.
Ο γενικότερος αυτός προβληματισμός και η ανάγκη εύρεσης μεθόδου που να βελτιώνει την δυνατότητα να αναγνωρίζονται τα περισσότερο βιώσημα έμβρυα οδήγησε τους επιστήμονες στην αναζήτηση άλλων τρόπων επιλογής εμβρύων. Στο πλαίσιο αυτό φαίνεται να κερδίζει έδαφος η νέα μέθοδος μέτρησης του μεταβολισμού των εμβρύων η οποία δεν έρχεται για να αντικαταστήσει την προηγούμενη άλλα για να την συμπληρώσει.
Συγκεκριμένα με την μέθοδο αυτή προσδιορίζεται το επίπεδο της μεταβολικής δραστηριότητας ενός εμβρύου, ελέγχεται δηλαδή πόσο μεταβολικά ενεργό είναι.
Όταν λοιπον ο κλινικός εμβρυολόγος απομονώσει τα έμβρυα με τα καλύτερα μορφολογικά δεδομένα μπορει να μετρήσει την μεταβολική τους δραστηριότητα και να μεταφέρει αυτά που πέρα από τα μορφολογικά δεδομένα πληρούν και τα μεταβολικά δεδομένα.
Η νέα μέθοδος είναι απλή στην εφαρμογή της και εντελώς ακίνδυνη για τα ίδια τα έμβρυα. Ομως χρειάζεται χρόνο για να αποδείξει ότι πραγματικά μπορεί να αποτελέσει το νέο χρήσιμο εργαλείο των κλινικών εμβρυολόγων και ότι πράγματι μπορεί να βοηθήσει στην ακριβεστερη επιλογή των εμβρύων και τελικά στο οφελος του ζευγαριού.













